Σάββατο 29 Μαΐου 2010





Forever young ?


"Because Dickens and Dostoyevsky and Woody Guthrie
were telling their stories much better than Ι ever could,
I decided to stick to my own mind."



Ίσως αυτό να είναι το μυστικό της αιώνιας νεότητας -  to stick to your own mind. Ο Μπομπ Ντύλαν  αποτελεί  ζωντανή απόδειξη η οποία, βέβαια, δεν έχει καμμία σχέση με εξωτερική εμφάνιση, διάφορες χειρουργικές πρακτικές και συμπεριφορές που αγγίζουν τα όρια του παλιμπαιδισμού. 

Από την  αρχή της πορείας του ο Ντύλαν είχε ένα διακριτό, απολύτως προσωπικό ύφος ως  μουσικός και  συνθέτης το οποίο και συνεχίζει να διατηρεί έως και τις μέρες μας και το οποίο  τον έχει κατατάξει και στο πεδίο της λογοτεχνίας - οι στίχοι των τραγουδιών του  έχουν κατηγοριοποιηθεί ως καθαρή ποίηση. Αν και δεν του άρεσε να τον αποκαλούν ποιητή, με αυτήν την ιδιότητα προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997 ενώ το 2008 του απονεμήθη εύφημη μνεία της επιτροπής των Βραβείων Πούλιτζερ για "την βαθιά επιρροή του στην αμερικανική μουσική και τον αμερικανικό πολιτισμό, η οποία χαρακτηρίζεται από λυρικές συνθέσεις ασυνήθιστης ποιητικής έντασης."

Δεν είναι ευρύτερα γνωστό, ωστόσο, παράλληλα με την μουσική ο Ντύλαν ασχολήθηκε και με την συγγραφή βιβλίων. Το  αυτοβιογραφικό "Χρονικά, τόμος πρώτος"  συμπεριλαβάνεται στην ύλη τμημάτων  Λογοτεχνίας των Αμερικανικών πανεπιστημίων μαζί με εκείνα των Τζακ Κέρουακ, Άλεν Γκίνζμπεργκ και Άλις Ουόκερ ως έργα αντιπροσωπευτικά της λογοτεχνίας του '60. Ο Μπομπ Ντύλαν υπήρξε στενός φίλος του Άλεν Γκίνζμπεργκ αποκομίζοντας καθοριστικές εμπειρίες  από το κίνημα της Beat Generation - ο λόγος του χαρακτηρίζεται τόσο από αντίδραση ενάντια σε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα όσο και από τις απαντήσεις που έδωσε σε πιο ατομικούς προβληματισμούς όπως η προσωπική έκφραση και η υπευθυνότητα. 

Ίσως, τελικά, το μυστικό του να μένει κανείς νέος να είναι αυτό: η προσωπική έκφραση και η υπευθυνότητα. Μια συνεχής δημιουργία που να προέρχεται από και να απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως. Ιδίως, όμως,  στα παιδιά.

Κυριακή 23 Μαΐου 2010







A - C - L






"Ο κινηματογράφος δεν είναι μία τέχνη που καταγράφει τη ζωή: ο κινηματογράφος είναι κάτι ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή.  Αντίθετα με την ζωγραφική και τη λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και δίνει στη ζωή και παίρνει από αυτή και εγώ προσπαθώ να αποδώσω αυτή την αντίληψη στις ταινίες μου. Η λογοτεχνία  και η ζωγραφική υπάρχουν, και οι δυο, από την αρχή, ο κινηματογράφος όχι." 



Ζαν Λυκ Γκοντάρ, (1970)






Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από τα αρχικά των λέξεων Art, Cinema, Literature.

Τρίτη 18 Μαΐου 2010






Το θεώρημα
ενός παπαγάλου


Συνήθως ανεβάζω αναρτήσεις για βιβλία που έχω διαβάσει και τα οποία μπορώ να σχολιάσω και να σας προτείνω. Σήμερα, όμως, θα γράψω για ένα βιβλίο που δεν έχω διαβάσει -αν και προσπάθησα- κι αυτό διότι έχει σχέση με τα μαθηματικά - βλέπετε, ανήκω στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που οτιδήποτε έχει σχέση με τα μαθηματικά αποτελεί γι' αυτούς terra incognita. 

Επιχείρησα, λοιπόν,  χωρίς επιτυχία να διαβάσω το  μυθιστόρημα του  ακαδημαϊκού Ντενίζ Γκετζ "Το θεώρημα του παπαγάλου" (Πόλις, μτφρ.Τεύκρος Μιχαηλίδης). Πρόκειται για το πιο δημοφιλές, ίσως, μεταφρασμένο πεζογράφημα μίας κατηγορίας η οποία συνδυάζει σε μεγάλες δόσεις τα ανώτερα μαθηματικά με τη λογοτεχνία - συνδυασμός που  είναι γοητευτικός για τους μυημένους στην φιλοσοφία των αριθμών, για κάποιους άλλους όμως -εμού συμπεριλαμβανομένης- απλώς ακατανόητος. Ωστόσο. Όταν κυκλοφόρησε, το 2001 το ξεφύλισσα, θυμάμαι, με περιέργεια και ανέτρεξα στη σύνοψη του οπισθόφυλλου με ένα αρκετά έντονο συναίσθημα τόλμης αλλά κι επιφύλαξης μαζί.  "Παρίσι, ταξιδιωτικές περιγραφές, περιπετειώδης αφήγηση, ένα γράμμα κάποιου φίλου από τα παλιά, ένα φορτίο πολύτιμων βιβλίων και ένας φλύαρος παπαγάλος που  έρχονται να κάνουν άνω κάτω την ήρεμη ζωή των ενοίκων της οδού Ραβινιάν στους πρόποδες της Μονμάρτρης" . Αν μη τι άλλο, σκέφτηκα, το μυθιστόρημα αυτό θα διέθετε και ατμόσφαιρα και χιούμορ. Αλλά... ο φόνος και  η διαλεύκανσή του -ο βασικός πυρήνας της αφήγησης- που εκτυλίσσονται στις σελίδες του μυθιστορήματος έχουν  άμεση συνάφεια με  μαθηματικές θεωρίες. Πως θα παρακολουθούσα την υπόθεση εάν δεν  μπορούσα να εντοπίσω τα σημεία σύνδεσης της πλοκής με τις θεωρίες του Πυθαγόρα, του Αρχιμήδη και του Ευκλείδη;  εάν δεν είχα την αίσθηση του κειμένου; Η σύνοψη ήταν σαφής -  τα μαθηματικά δεν επρόκειτο να είναι μόνο ένα μέρος της  αφήγησης,  ήταν η ίδια η αφήγηση. Συνεπώς, επέστρεψα τον τόμο στο ράφι του. 

Οι φίλοι και οι θαυμαστές των μαθηματικών έχουν σχολιάσει   πολύ εγκωμιαστικά το  εν λόγω μυθιστόρημα και έχουν, πιθανόν, δίκιο  δεδομένου ότι "το θεώρημα..." έθεσε γερά τα θεμέλια της μαθηματικής λογοτεχνίας στην Ευρώπη. Στα καθ'ημάς, μεγάλη ώθηση  στο είδος έδωσε  ο Απόστολος Δοξιάδης με το δικό του  "ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ", βιβλίο που απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στο εξωτερικό. Οι κριτικές αναφέρουν ότι ο συγγραφέας καθηλώνει τον αναγνώστη και κάνει τα μαθηματικά  κατανοητά ακόμη και σε κάποιον που είναι μαθηματικά αδαής. 


Έχοντας κατά νού το ότι παρόμοια σχόλια έχουν γραφεί και για τον Ντενίζ Γκετζ, πριν λίγες ημέρες βρήκα  αφορμή από τον θάνατο του συγγραφέα για να  επιχειρήσω την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου για ακόμη μία φορά. Θέλω να πιστεύω ότι  έχω αποκτήσει την "ευκολία" να απολαμβάνω ένα κείμενο υπερπηδώντας τις όποιες επιμέρους δυσκολίες που ορισμένες φορές παρουσιάζονται - γι' αυτό, άλλωστε, υπάρχουν  και τα λεξικά. Έτσι, αφού διάβασα το σύντομο βιογραφικό του Γκετζ, άνοιξα το βιβλίο και περιδιάβηκα τις σελίδες του  με αυτοπεποίθηση.  Τυχαία στάθηκα σε μια σελίδα όπου περιγράφονταν η παρασκευή ενός γεύματος - όσσο μπούκο με ριζότο. Αρκετά ενθαρρυντικό στοιχείο η μυρωδιά ενός φρεσκομαγειρεμένου πιάτου να ξεπηδά από τις γραμμές, δεν βρίσκετε; Αλλά φευ! στην επόμενη σελίδα που γύρισα ανέφερε κάτι  για  άρρητους αριθμούς και λίγο πιο κάτω επαλαμβάνονταν κάτι  το οποίο  παρ' όλη την επιμονή μου αδυνατούσα να καταλάβω - δεν χρειαζόμουν κάτι περισσότερο για να πεισθώ ότι δεν  θα κατόρθωνα  ούτε "διεκπεραιωτικά" να ολοκληρώσω την ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Δεν απογοητεύτηκα, βέβαια, ούτε πείσμωσα για το αντίθετο. Απλώς,  επέστρεψα τον τόμο στο ράφι του για δεύτερη φορά και χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο λαλίστατος παπαγάλος του μυθιστορήματος του Γκετζ  δεν είχε, τελικά, την ευκαιρία να μου διδάξει  το θεώρημά του ωστόσο, μου  θύμησε  εκείνον τον  εμπνευσμένο καθηγητή της 1ης λυκείου  ο οποίος μου άνοιξε, στην κυριολεξία, τα παράθυρα του μυαλού μου κι άρχισα να κατανοώ όλα εκείνα τα αλγεβρικά  που  έγραφαν οι υπόλοιποι (ορισμένοι  από τους οποίους παπαγαλία) στον πίνακα. Ήταν, όμως, μόνο για δύο μήνες. Στο τμήμα κατόπιν ήρθε ένας "παπαγάλος" του είδους, δλδ ένας καθηγητής που από την στιγμή που έμπαινε στην αίθουσα μέχρι τη στιγμή που θα χτυπούσε το κουδούνι  παρέδιδε  αποστήθιση τους κανόνες και τους τύπους του εκάστοτε κεφαλαίου. Μετά από αυτό, έχασα κάθε  διάθεση να συμμετάσχω κι από τότε, εξακολουθώ να βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο το να συντονίσω τη σκέψη μου με τον μαθηματικό τρόπο σκέψης και λύσης  σχετικών ασκήσεων - όποτε αντικρίζω εκείνες τις μακροσκελέστατες εξισώσεις με τα γράμματα και τους αριθμούς σε ευθύγραμμη παράταξη και περίτεχνους συνδυασμούς  ανατρέχω στις παρτιτούρες του Ιάννη Ξενάκη και στην ζωγραφική του Βίκτωρ Βαζαρελί (κάντε κλικ στην περίοδο Vega, 1968-1974), του Μ.Σ.Έσερ και του δικού μας Νίκου ΑλεξίουΠραγματικά, απολαμβάνω τις εφαρμογές των μαθηματικών θεωριών  σε τομείς όπως η γραφιστική, το ντιζάιν και η αρχιτεκτονική -τομείς που που συνδυάζουν εικαστικά, αισθητική και  πρακτικότητα- δίχως να χρειάζεται να γνωρίζω  ακριβώς ποιες   βρίσκονται από πίσω. 

Ο Άλμπερτ Άινστάιν είπε ότι τα μαθηματικά είναι η ποίηση των λογικών ιδεών. Οι επιστήμονες λένε ότι τα μαθηματικά εκτός του ότι υπηρετούν την τέχνη είναι και αδελφό πεδίο διότι εμπεριέχουν την ίδια τρέλα και ευφυϊα κι  έτσι πρέπει να είναι αν λάβουμε υπόψιν τον κορυφαίο μαθηματικό Τζον Φορμπς Νας και την εύθραστη ψυχική του υγεία.

Στην λογοτεχνία, ωστόσο, προτιμώ τις αναλύσεις -όσο εξαντλητικές και να είναι- χαρακτήρων και συμπεριφορών ατόμων και ομάδων, όχι αριθμών. Η μόνη αριθμητική που με προβληματίζει σ' ένα βιβλίο  είναι, προς στιγμήν, οι σελίδες του. Για παράδειγμα, το βιβλίο που διαβάζω τώρα έχει 862 σελίδες. Εάν  συνεχίσω την ανάγνωση με ρυθμό 70 σελίδων την ημέρα και χρειάζομαι δύο με τρεις ημέρες για να γράψω ένα κείμενο για το μπλογκ, υπολογίζω ότι θα μπορέσετε να διαβάσετε την σχετική ανάρτηση σε  14 ή 15 ημέρες. Αρκεί, μόνο, να μην παρεμβληθεί η θεωρία του χάους. 






Σημειώσεις:  1) Η πρώτη εικόνα ζωγραφίστηκε από ένα παιδί της φυλής των  Καλάς, στο Πακιστάν, και είναι μέρος αντίστοιχης συλλογής του Μουσείου Ελληνικής Παιδικής Τέχνης. Η ιστορία τούτης της ζωγραφιάς είναι πολύ συγκινητική: οι Καλάς ήταν χρόνια απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο και μόλις το 1996 δέχθηκαν ξένους επισκέπτες. Από τους πρώτους που βρέθηκαν εκεί, ως μέλη της ελληνικής αποστολής, ήταν οι εκπρόσωποι του ΜΕΠΤ οι οποίοι μετέφεραν μαζί τους μολύβια, χρώματα, νερομπογιές κ.ά. σύνεργα ζωγραφικής. Τα παιδιά των Καλάς δεν είχαν δει ποτέ πριν στην ζωή τους κάτι τέτοιο και  τα χρησιμοποίησαν με πολύ δισταγμό. Η συγκεκριμένη εικόνα είναι μία από εκείνες τις πρώτες πρώτες ζωγραφιές τους. 
2) Η δεύτερη εικόνα είναι η γραφική απεικόνιση της θεωρίας του χάους.
3) Το Μουσείο Ηρακλειδών  έχει διοργανώσει αναδρομικές εκθέσεις και των δύο καλλιτεχνών -  Βαζαρελί και Έσερ. Αυτή την περίοδο "τρέχει" μορφωτικό πρόγραμμα για μαθητές της Α'βάθμιας και Β'θμιας εκπαίδευσης που αφορά  στη σχέση των Μαθηματικών με την Ζωγραφική και τη Γλυπτική.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010





Αναρωτιέμαι...


Με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος (θα)
προχωρεί; Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ;
Όχι πια καληνύχτα, Κεμάλ, καλημέρα...




Δευτέρα 3 Μαΐου 2010





Συμμετέχοντας...

Προσπαθώ να αισιοδοξήσω μα ακόμη κι αυτές οι βόλτες στην πόλη αποδεικνύονται πιο θλιβερές από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο - αρκετά καταστήματα έχουν κλείσει κι έχουν αφεθεί στο έλεος της σκόνης. Τα χάρτινα ενοικιαστήρια στις άδειες βιτρίνες έχουν αρχίσει να γκριζάρουν. Όχι, δεν θα αναλύσω την πολιτικο-οικονομική κατάσταση, ούτε θέλω να σας κάνω να τα δείτε όλα μαύρα - δεν είναι. Απλώς, παίρνω αφορμή για να σας/μου υπενθυμίσω ότι σε δύσκολες καταστάσεις το χιούμορ είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός αντισταθμιστικός παράγοντας. Γι' αυτόν τον λόγο διάβασα το "Κεντήματα" (Ηλίβατον, 2008) της Μαριάν Σατραπί.


Η Ιρανή συγγραφέας και κομίστα έκανε αίσθηση με το πρώτο της κόμικ, το "Περσέπολις", το οποίο απέσπασε πολύ σημαντικές διακρίσεις - και ως βιβλίο και ως κινηματογραφική ταινία. Όπως και το "Περσέπολις 2" που ακολούθησε, το "Κεντήματα" είναι, επίσης, αυτοβιογραφικό. Ωστόσο, ενώ στα δύο "Περσέπολις" σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η κοινωνία του Ιράν και ο δημόσιος χώρος εν μέσω πολιτικών αναταραχών, το "Κεντήματα" μεταφέρεται στον πολύ ιδιωτικό χώρο των γυναικών, αρχής γενομένης από το σαλόνι της γιαγιάς της Μαριάν Σατραπί μετά από ένα τυχαίο μεσημεριανό γεύμα.



Γύρω από ένα σαμοβάρι με ζεστό τσάι, εννέα γυναίκες από τρεις γενιές μιλούν για τους άντρες, τον έρωτα και το σεξ. Μοιράζονται μυστικά και αγωνίες, διηγούνται ιστορίες για την αγάπη και τον πόνο, την προδοσία και τις προκαταλήψεις.

Γυρνώντας τις σελίδες -πολύ ανυπόμονα ομολογώ- ένοιωσα λες και συμμετείχα κι εγώ στην παρέα τους από την άκρη του καναπέ -εκεί όπου συνήθως κάθομαι ακόμη και σήμερα διότι η θέση αυτή σου δίνει μεγάλες δυνατότητες παρατήρησης- και άκουγα ετούτες τις πολύ εκφραστικές, "ζωντανές" φιγούρες να συζητούν ελεύθερα δίχως κάποιον περιορισμό ή σεμνοτυφία, δίχως "μαντήλα". Οι διάλογοι είναι τόσο σουρεαλιστικοί, τολμηροί κι απίστευτοι όσο και η πραγματικότητα που είναι αναγκασμένες να ζουν - δυστυχώς, με μαντήλα και μάλιστα σφιχτοδεμένη. Μία γυναίκα διηγείται το προξενιό που της επέβαλαν στα 13 της λόγω της οικονομικής επιφάνειας του (69χρονου) γαμπρού. Η εμβληματική γιαγιά Σατραπί αφηγείται την περιπέτεια και το άγχος μιας φίλης της να φανεί παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου της ενώ μια τρίτη σχολιάζει δηκτικά την ανόρθωση στήθους που έκανε. Μια άλλη, πάλι, παραδέχεται ότι παρ'όλο που είναι επτά χρόνια παντρεμένη κι έχει τέσσερα παιδιά δεν έχει δει ποτέ της την γυμνή ανατομία του άντρα της. Σ' αυτό το σημείο οι κυρίες της παρέας διαφωνούν έντονα σχετικά με την φωτογένεια του ανδρικού μορίου.

Η Μαριάν Σατραπί, με ένα χιούμορ εφηβικής ασέβειας και τρυφερή κυνικότητα, μας μιλά για την γυναικεία πλευρά της ζωής. Της ζωής στο θεοκρατούμενο Ιράν. Ωστόσο, το "Κεντήματα" δεν απευθύνεται μόνο σε γυναίκες, δεν είναι γυναικείο ανάγνωσμα. Τα ασπρόμαυρα, κομψά σκίτσα της Σατραπί καταφέρνουν να προκαλέσουν εκτός από αβίαστο γέλιο και έντονο προβληματισμό για την θέση της γυναίκας στις ανατολικές χώρες που στην ουσία είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αφορά όλους. Δεν απελπίζονται. Δεν μοιρολογούν. Αντίθετα, συγχρονίζονται με το παρόν και γίνονται, με το χέρι της Σατραπί, η θαυμάσια εικονογράφηση μίας νουβέλας βαθιά ανθρωπιστικής, συγκινητικής απολαυστικής. Μιας νουβέλας γεμάτης ειλικρίνεια και χιούμορ. Όπου χιούμορ, σκεφτείτε το elan vital και τον ορισμό που δίνει ο Ανρί-Λουί Μπεργκσόν γι' αυτό: μία ζωτικής σημασίας δύναμη, ένα αναγκαίο κίνητρο για την ανάπτυξη της ανθρωπότητας με λιγότερο μηχανιστικό και περισσότερο ζωηρό τρόπο. Αρκετά ταιριαστό, δεν νομίζετε; Με αυτό κατά νου, μου ακούγεται τώρα λιγότερο κυνικό εκείνο το σύνθημα που λέει "Η κρίση του σήμερα είναι το αστείο του αύριο".

 


Τρίτη 27 Απριλίου 2010






"The supreme irony of life is that
hardly anyone gets out of it alive"


Robert A. Heinlein




Γνώριζα τον Ντάριο Φο από τα θεατρικά του: το κοινωνικό "Η μαριχουάνα της μαμάς είναι πιο γλυκιά" και το πολιτικό "Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω". Τώρα μαθαίνω ότι οι τέσσερις ιστορίες που αποτελούν τον μικρό τόμο με τον τίτλο "ο Έρωτας και η Ειρωνία" (μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη - Καστανιώτης, 2009) είναι το πρώτο πεζογραφικό έργο του θεατρικού συγγραφέα που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997.

Το πρώτο αφήγημα της συλλογής είνα η ιστορία της Ελοΐζας και του Αβελάρδου - το ζευγάρι που πέρασε στην αιωνιότητα κι έγινε μύθος, πολύ πριν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, με το εντελώς βάναυσο τέλος της σχέσης τους. Μόλις 15 χρονών, η Ελοΐζα είναι η πιο μορφωμένη και καλλιεργημένη νέα στο Παρίσι. Ο Πέτρος Αβελάρδος, ο πιο διαπρεπής φιλόσοφος του 12ου αι. και φημισμένος εξίσου για την εγκρατή ζωή του, γοητεύεται από τη φήμη της νέας και πλησιάζει τον θείο της, αβά Φυλμπέρ, με τον οποίο συμφωνούν να της παραδίδει μαθήματα. Η Ελοΐζα μαγεύεται από την δεινότητά του Αβελάρδου ως αφηγητή μα στη συνέχεια εξαγριώνεται όταν εκείνος την εισάγει στην διαλεκτική του αντιθέτου και των παραλόγων καθώς της ανατρέπει όλα όσα είχε μάθει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι δυο τους συγκρούονται μεν αλλά ερωτεύονται παράφορα κάτω από τη μύτη του αυστηρού αβά. Σύντομα η Ελοΐζα θα μείνει έγκυος και προκειμένου να γλιτώσουν από την κοινωνική κατακραυγή φεύγουν από το Παρίσι. Ο αβάς νιώθει προδομένος και ντροπιασμένος ακόμη κι όταν, μετά από αρκετό καιρό, το ζευγάρι αποφασίζει να παντρευτεί παρουσία του. Ωστόσο, τα ταμπού της εποχής και ο πληγωμένος εγωϊσμός/ανδρισμός του αβά είναι ισχυρά και δεν θα τους επιτρέψουν να ζήσουν μαζί. Ένα πρωί, ο Αβελάρδος θα βρεθεί ευνουχισμένος και στις παρυφές του θανάτου. Το ζευγάρι θα χωρίσει έχοντας ήδη ένα παιδί - ο Αβελάρδος θα κλειστεί σε μονή ενώ η Ελοΐζα θα υποκύψει στην εγωιστική θέλησή του να μονάσει. Έγκλειστη πια και ηγουμένη σε γυναικείο μοναστήρι, η Ελοΐζα μη μπορώντας να αποφύγει τις ερωτικές φαντασιώσεις της, θα στέλνει στον αγαπημένο της Αβελάρδο επιστολές μέχρι το τέλος της ζωής τους. Μία από αυτές τις επιστολές είναι και η ιστορία που διαβάζουμε την οποία όμως απευθύνει στον αναγνώστη και του διηγείται, με την -κατά Ντάριο Φο- φωνή της τον έρωτά της με τον Πέτρο Αβελάρδο.

Το δεύτερο αφήγημα είναι η ιστορία της "Μαϊνφρέντα, αιρετικής από το Μιλάνο"
που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την κληρονομιά της "αγίας" Γκουλιελμίνα της Βοημίας η οποία υποστήριζε την χειραφέτηση της γυναίκας πίσω, στα τέλη του 14ου αι.(!) Όπως όμως είναι γνωστό, οτιδήποτε παρεκκλίνει από τις αρχές και οδηγίες της επίσημης θρησκείας (εδώ του καθολικισμού) θεωρείται αίρεση και καταδικάζεται. Έτσι, η Μαϊνφρέντα καίγεται στην πυρά.

Μία θηριοδαμάστρια είναι η πρωταγωνίστρια του τρίτου, ομότιτλου, αφηγήματος της συλλογής. Ένας δημοσιογράφος εισβάλλει στο τσίρκο θέλοντας να παρακολουθήσει την πρόβα της και η θηριοδαμάστρια αντιδρά. Ενώ στην αρχή αρνείται να μιλήσει, κατόπιν αναλύεται σ' έναν μονόλογο/ξέσπασμα - χρησιμοποιώντας τα λιοντάρια και τα άλλα σαρκοβόρα "αντικείμενα" της δουλειάς της ως αλληγορία, η θηριοδαμάστρια περιγράφει τα παρασκήνια του τσίρκου και ξεσκεπάζει τις κοινωνικές δομές, τις πραγματικές επαγγελματικές συνθήκες, ακόμη και τις ερωτικές και συζυγικές της σχέσεις και απογοητεύσεις - κυρίως δε αυτές τις τελευταίες.

Στην τελευταία ιστορία ένας Κινέζος αγύρτης και τυχοδιώκτης κάνει διάφορα αστεία και τραγελαφικά για να αποσπάσει τρόφιμα, ρούχα και χρήματα προκειμένου να βιοποριστεί δίχως να εργαστεί. Όταν το επιχειρεί για μια ακόμη φορά στην διάρκεια μιας παραδοσιακής γιορτής Θιβετιανών μοναχών, καταλήγει να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε θάνατο ως αρχηγός και υποκινητής μιας ομάδας κομμουνιστών που παρήσφρεισαν στην γιορτή και επιτέθηκαν στους τοπικούς άρχοντες.

Η ευκολία του Φο να παίρνει μύθους και να τους αλλάζει τα φώτα -όπως καυστικά σχολιάζει ο ίδιος-, είναι χαρακτηριστική. Μου αρέσει η απροκάλυπτη γλώσσα του "Μεγάλου Μπουφόνου" που ακούγεται τόσο άμεση όταν μιλά η Ελοΐζα και θεωρώ ότι ο ρεαλιστικά δοσμένος έρωτας του πρώτου και του τρίτου αφηγήματος δικαιολογεί τον Έρωτα του τίτλου. Ο θάνατος του Κινέζου Κου, στο τέταρτο αφήγημα, τη στιγμή που ανακαλύπτει την ουτοπία και μάχεται γι' αυτήν είναι τραγική ειρωνία, ωστόσο, έχω μια δυσκολία στο να εντοπίσω την ειρωνία στα δύο μεσαία αφηγήματα που τα βρήκα αδύναμα και -κατά την γνώμη μου- δεν εντάσσονται πλήρως κάτω από τον συγκεκριμένο τίτλο του βιβλίου. Ίσως το Παράλογο να έδενε καλύτερα δίπλα στον έρωτα. Διότι είναι παράλογο να αγαπάς με ένταση κι ελευθερία, όπως είναι παράλογο το να υπερασπίζεσαι την ισοτιμία της γυναίκας σε μια εποχή που κυριαρχεί το δίκαιο της Εκκλησίας και του προσανάμματος. Ίσως, επίσης, διότι τίποτε δεν προσδιορίζει καλύτερα τους ανθρώπους από την θέλησή τους να κάνουν παράλογα πράγματα κυνηγώντας το φαινομενικά απίθανο. Και τούτο δεν έχει καμμία σχέση με την εποχή, ούτε και με το οποιοδήποτε κόστος.



Σημείωση:
το σχέδιο είναι του Ντάριο Φο από το εξώφυλλο του βιβλίου και έχει τίτλο "con te mi sento un corpo solo" .

Κυριακή 11 Απριλίου 2010






A woman can say more in a sigh
than a man can say in a sermon.

Arnold Haultain


 

Τον Μιχάλη Γκανά πρώτα τον τραγούδησα - ειδικά το "λευκό μου γιασεμί" ήταν για καιρό το πρωινό εγερτήριό μου, με έκανε να ξεκινώ την μέρα μου με ανείπωτη ηρεμία - και μετά τον διάβασα. Όχι όμως τα ποιήματά του κι αυτό γιατί φοβήθηκα ότι κάτι θα μου διέφευγε, ίσως και να απογοητευόμουν από την έλλειψη της μουσικής και του χρώματος που έχει ένα τραγούδι αν και, μεταξύ μας, όταν τα έριξα μια γρήγορη ματιά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: οι στροφές του βρίσκουν τον στόχο τους με την ίδια ευθυβολία και τον ίδιο ρυθμό. Διάβασα το "Η μητριά πατρίδα", το πρώτο πεζογραφικό του κείμενο -καθαρά βιωματικό, αντλημένο από αναμνήσεις της δύσκολης παιδικής ηλικίας του- και διαπίστωσα ότι δίχως να χάνει στιγμή την στιλπνή λυρικότητά του, μέσα από την αφήγησή του αναδυόταν μία ωμότητα, στοιχείο που με παραξένευσε και με εντυπωσίασε την ίδια στιγμή - παρ'όλη την αγριότητα του κειμένου μπορούσες να αισθανθείς ότι ο πεζογράφος αυτός, ξέρει να φέρεται στα θέματά του με μαεστρία και λεπτότητα αλλά και με ανελέητη προσοχή και αυστηρότητα - πως πιάνεις μια χούφτα βρεγμένη άμμο, την καθαρίζεις από τα ξένα σώματα και τη σμιλεύεις απ' όλες τις μεριές πιέζοντας, αφαιρώντας, σκουπίζοντας και φυσώντας τους κόκκους που περισσεύουν; Έτσι. 

Με εξαίρεση την σκληρότητα, το ίδιο συμβαίνει και στο "γυναικών" (Μελάνι, 2010) - δεκαέξι μικρές και πολύ μικρές ιστορίες αφιερωμένες σε φίλους. Ο Μιχάλης Γκανάς "αιχμαλωτίζει" ανεπαίσθητα νεύματα γυναικών και τα ερμηνεύει στα σημαίνοντα. Το νεύμα του χεριού μιας Ουκρανής που διαβάζει Πούσκιν σημαίνει απαξίωση, την κίνηση των χεριών μιας ηλικιωμένης που χορεύουν καθώς εκπληρώνουν το χρόνιο ανικανοποίητο, την στάση και το νεύμα του κορμιού μιας άλλης, νέας γυναίκας που κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και ζωντανεύει μια αντρική σκέψη. Από την φλέβα του ποιητή ρέει κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά που δεν είναι ποίηση μα μοιάζει να προέκυψε με τον ίδιο τρόπο, όταν δλδ ο λογοτέχνης "... ένιωσε το κύμα να φουσκώνει..." Αποκαλώ τον Γκανά λογοτέχνη με την κυριολεκτική έννοια της λέξης διότι κάνει ακριβώς αυτό που οφείλει να κάνει ένας ποιητής, ένας πεζογράφος ή ένας καλλιτέχνης γενικότερα, με ιδιαίτερη λιτότητα: μετρά τις λέξεις του, αναμετράται με το μέσα του, διυλίζει αισθήματα και αισθήσεις μέσα από την ιστορία και την παράδοση και δίνει τέχνη, ξέρετε, από εκείνη που σε φορτίζει.

"Κοιτάζει τα χέρια της. Πως έγιναν έτσι; Που βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.
Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί (...)
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.(...)


Η Αγάπη, η
φίλη μου, βούρκωσε όταν διάβασε αυτές τις γραμμές την ώρα που εγώ έδινα παραγγελία στον σερβιτόρο - είχαμε βγει για καφέ την προηγούμενη Πέμπτη και ξεφύλλισε τα βιβλία που είχα αγοράσει λίγο πριν. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, μου είπε ότι η μητέρα της τής είχε μιλήσει με παρόμοιο τρόπο πριν χρόνια όταν ακόμη μπορούσε να ασχοληθεί με τον εαυτό της που γερνούσε - τώρα η γυναίκα πάσχει από Αλτσχάιμερ. Έκρυψα τα δικά μου δάκρυα πίσω από ένα χαμόγελο και της φύσηξα ελαφρά το πρόσωπο για να δροσιστεί. Μας πήρε λίγα λεπτά παραπάνω απ' ότι νόμιζα ώσπου να ηρεμήσει κι έπειτα πιάσαμε την κουβέντα, όπως οι υπόλοιποι γύρω μας άλλωστε, πίνοντας εκείνη τον εσπρέσσο της κι εγώ το τσάι μου σαν να μην συνέβη τίποτα. Ασχέτως αν είχε συμβεί. Και η ειρωνία ήταν ότι είχε συμβεί μέσα σε πολύ θόρυβο από κάποιον που προτιμά την σιωπή γιατί, όπως λέει ο ίδιος ο Μιχάλης Γκανάς για τον εαυτό του, τού κάνει καλό. Ευτυχώς, όχι μόνο στον ίδιο.

Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου.