Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016





XIV 
(First Reading)
 To Vittoria Colonna

THE MODEL AND THE STATUE



 
When divine Art conceives a form and face,
          She bids the craftsman for his first essay
          To shape a simple model in mere clay:
          This is the earliest birth fo Art's embrace.
From the live marbel in the second place
          His mallet brings into the light of day
          A thing so beautiful that who can say
         When time shall conquer that immortal grace?
Thus my own model I was born to be–
         The model of that nobler self, whereto
         Schooled by your pity, lady, I shall grow.
Each overplus and each deficiency
         You will make good. What penance then is due
         For my fierce heat, chastened and taught by you?

 

     *

Da che concetto ha l' art intera e diva
        La forma e gli atti d' alcun, poi di quello
        D' umil materia un semplice modello
       'E 'l primo parto che da quel deriva.

Ma nel secondo poi di pietra viva
        S' adempion le promesse del martello;
        E si rinasce tal concetto e bello,
        Che ma' non e chi suo eterno prescriva.

Simil, di me model, nacqu' io da prima;
        Di me model, per cosa piu perfetta
        Da voi rinascer poi, donna alta e degna.

Se 'l poco accresce, e 'l mio superchio lima
        Vostra pieta; qual penitenzia aspetta
        Mio fiero ardor, se mi gastiga e insegna?







Σημείωση: Παρόλο που έγινε γνωστός για την ζωγραφική του στην Καπέλα Σιστίνα και το άγαλμα του Δαυίδ, ο Μικελάντζελο  υπήρξε και πολυγραφότατος ποιητής. Το πιο πάνω σοννέτο είναι ένα από τα τριακόσια που άφησε ο αναγεννησιακός Ιταλός. Η μετάφρασή του στα αγγλικά έγινε το 1878 από τον John Addington Symonds ο οποίος διατήρησε την ρίμα του πρωτοτύπου και αποκατέστησε ορισμένες άλλες λεπτομέρειες που είχαν παραποιηθεί σε προηγούμενη έκδοση των σοννέτων το 1623 από απόγονο του καλλιτέχνη. Αντλήθηκε από το "The Sonnets of Micheal Αngelo Buonarroti"  (London, Smith, Elder, & Co - 1904).

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016













Controversial?


http://www.nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/2016/aa_minislide.jpg



"Για την δημιουργία νέων τρόπων ποιητικής έκφρασης στο πλαίσιο της μεγάλης αγγλόφωνης παράδοσης στην ποίηση" αναφέρει το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας για την απονομή του φετινού (2016) Βραβείου Νόμπελ για την Λογοτεχνία στον αμερικανό τροβαδούρο Bob Dylan. "Ενσαρκώνει την παράδοση και επανεφευρίσκει τον εαυτό του συνέχεια εδώ και πενήντα τέσσερα, πενήντα πέντε χρόνια" σχολιάζει η Sara Danius. Η Μόνιμη Γραμματέας της Ακαδημίας, και η πρώτη γυναίκα στην θέση αυτή, παραλήλλισε την ποίηση του Ντύλαν με εκείνη του Ομήρου και της Σαπφώς ως προς την ακουστικότητα των στίχων του – μπορούν, με άλλα λόγια, να διαβαστούν χωρίς τη συνοδεία μουσικής όπως και η ποίηση των δύο αρχαίων Ελλήνων που την διαβάζουμε σήμερα χωρίς την αρχική μελοποίησή τους. Προτείνει δε το άλμπουμ Blonde on Blonde "για τις ιδιοφυείς ρίμες, τον τρόπο που σχηματίζει ρεφρέν και την εικονιστική σκέψη του" – ενδεικτικά στοιχεία της ποίησής του. Της στιχουργικής του, αν θέλετε.

Αρκετά ριζοσπαστική επιλογή αλλά όχι αμφιλεγόμενη καθώς ο Μπομπ Ντύλαν έχει ήδη μια μακρά πορεία στο είδος (δλδ, την ποίηση) για το οποίο έχει ήδη βραβευτεί στο παρελθόν. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικές (και άλλες) λεπτομέρειες σε ετούτη την παλαιότερη ανάρτηση του ιστολογίου.


Καλές ακροάσεις!








Σημείωση: Μπορείτε να δείτε την ανακοίνωση του Βραβείου και την συνέντευξη της Σάρα Ντάνιους που ακολουθεί, εδώ.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016









Art, 
Truth &
Politics





"In 1958 I wrote the following:

'There are no hard distinctions between what is real and what is unreal, nor between what is true and what is false. A thing is not necessarily either true or false; it can be both true and false.'

I believe that these assertions still make sense and do still apply to the exploration of reality through art. So as a writer I stand by them but as a citizen I cannot. As a citizen I must ask: What is true? What is false?

Truth in drama is forever elusive. You never quite find it but the search for it is compulsive. The search is clearly what drives the endeavour. The search is your task."
 






Σημείωση: Μικρό απόσπασμα από την ομιλία που εκφώνησε ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Harold Pinter με την αποδοχή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί ο ίδιος στην τελετή απονομής καθώς είχε διαγνωστεί με μια σοβαρή μόλυνση κι έπρεπε να παραμείνει για νοσηλεία στο νοσοκομείο. Παρ' όλα αυτά, πήγε στα στούντιο του BBC4 και μαγνητοσκόπησε την ομιλία του. Μπορείτε να τη δείτε εδώ. Μπορείτε, επίσης, να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο -μια χειμαρρώδης καταγγελία, ουσιαστικά, για την αμερικανική επεκτατική πολιτική και τα θύματά της- στα αγγλικά εδώ και στα ελληνικά εδώ.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016









Dancing Queen




Δεν είναι από τα καλύτερα έργα της  Irène Némirovsky ωστόσο, στο "Ο χορός" (μτφρ. Έφη Κορομηλά - Εξάντας, 1987) μπορεί κάποιος εύκολα να διακρίνει το ιδιαίτερο, οξυδερκές ύφος της και ένα από τα αγαπημένα θέματά της - την αποδόμηση της αστικής συμπεριφοράς.  

Αφηγήτρια είναι η δεκατετράχρονη Αντουανέτ που ανυπομονεί να συμμετάσχει στην χοροεσπερίδα που διοργανώνει η μητέρα της και να γνωρίσει τους καλεσμένους – περίπου διακόσια άτομα αριβίστικης και ετερόκλητης ηθικής υπόστασης που θεωρούνται, ωστόσο, απαραίτητοι για την κοινωνική αποδοχή της νεόπλουτης Ρωσο-εβραϊκής οικογένειας Καμπφ από την γαλλική υψηλή κοινωνία. Η Ροζίν Καμπφ, όμως, μια γυναίκα επηρμένη από τον απότομο πλουτισμό, παθιασμένη με την απόκτηση υλικών αγαθών και μονίμως δηκτική και δύστροπη, της το απαγορεύει. Λόγω ηλικίας, όπως ισχυρίζεται, και γι' αυτό στη συνέχεια υποχρεώνει την νεαρή κοπέλα να κοιμηθεί στο δωματιάκι του πλυντηρίου γιατί το παιδικό δωμάτιο θα χρησιμοποιηθεί ως μπουντουάρ των καλεσμένων.

Οι προετοιμασίες συνεχίζονται πυρετωδώς για μέρες, η απόφαση παραμένει αμετάκλητη και η πίκα της Αντουανέτ σταθερή. Κάποια στιγμή, η κυρία Καμπφ στέλνει την Μις Μπέττυ, την αγγλίδα γκουβερνάντα, να ταχυδρομήσει τις προσκλήσεις. Η Μις Μπέτυ όμως, για δική της ευκολία, στέλνει την Αντουανέτ να το κάνει και τα πράγματα θα πάρουν μια εντελώς καταστρεπτική τροπή για τα σχέδια της οικοδέσποινας.


Η αμεσότητα της γραφής της Νεμιρόφσκι είναι χαρισματική – η συγκεκριμένη νουβέλα δημοσιεύτηκε όταν η Νεμιρόφσκι ήταν 27 χρονών και παρ' όλα αυτά καταφέρνει να διεισδύσει στον ψυχισμό και της έφηβης και της ώριμης γυναίκας με αιχμηρή συναίσθηση. Η συγγραφέας, χρησιμοποιεί τα κοινωνικά στερεότυπα για να δώσει ακριβή ψυχογραφήματα στους χαρακτήρες της που –από τον πιο ασήμαντο υπηρέτη μέχρι την Μις Μπέττυ, και τον κύριο Καμπφ– δεν είναι, σε καμμία περίπτωση, μονοδιάστατοι ή επιτηδευμένοι. Ιδίως οι σκέψεις, οι προθέσεις και τα κίνητρα της κυρίας Καμπφ είναι τόσο αληθοφανή που θα μπορούσε να είναι και η αποτύπωση της πραγματικής σχέσης της Νεμιρόφσκι με την μητέρα της, την οποία η συγγραφέας αντιπαθούσε. Ενδεικτική η εναρκτήρια παράγραφος: "Η κυρία Καμπφ μπήκε στην αίθουσα μελέτης κλείνοντας την πόρτα πίσω της τόσο απότομα, που τα κρύσταλλα του πολυελαίου κουδούνισαν δυνατά έτσι όπως ταλαντεύτηκαν από το ρεύμα που σχηματίστηκε. Η Αντουανέτ όμως, σκυμμένη πάνω από το θρανίο της, με τα μαλλιά της να αγγίζουν το βιβλίο, δεν σήκωσε τα μάτια της. Η μητέρα της την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλά. Έπειτα, την πλησίασε και στάθηκε μπροστά της, σταυρώνοντας τα χέρια της.
       – Θα μπορούσες, φώναξε, να σηκωθείς όταν βέπεις τη μητέρα σου. Μήπως κόλλησαν τα πισινά σου στην καρέκλα; Μπράβο ευγένεια."

Σε τούτη τη μικρή νουβέλα διακρίνει κανείς τον αβέβαιο ρυθμό της νεοεμφανιζόμενης, τότε, Νεμιρόφσκι που τον προηγούμενο χρόνο είχε κάνει εντυπωσιακή επιτυχία με το πρώτο της μυθιστόρημα, το "David Golder". Στο "Χορό" διακρίνεται επίσης μία τάση προς την πεπατημένη του γυναικείου μυθιστορήματος (βλ. έντονος κοινωνικός σχολιασμός, περιγραφές λούσων, εφηβικό πείσμα και αντίδρασεις, κακεντρέχειες, κ.λπ). Ωστόσο, εκείνο που τη διαφοροποιεί από το συγκεκριμένο είδος είναι  η αδυσώπητη έλλειψη οποιουδήποτε συναισθηματισμού. Η αυθόρμητη εκδίκηση της Αντουανέτ, ο σνομπισμός της κυρίας Καμπφ, η εμμονή της σε μια αστικότητα που δεν της ανήκει, οι υπερβολικές αντιδράσεις της όταν συνειδητοποιεί την πραγματική τους θέση στην γαλλική κοινωνία – όλα αποδίδονται με παγερή ψυχραιμία. Κι αυτό, μαζί με ένα ίχνος αμφισημίας στο τέλος, απομακρύνουν ολοκληρωτικά την νουβέλα από το συμβατικό μελόδραμα. 


Θα έλεγα πως "Ο Χορός" είναι ένα ιδιότυπο, αντισυμβατικό διήγημα αφύπνισης και, σίγουρα, δεν θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στα παιδικά ή εφηβικά αναγνώσματα. Γι' αυτό με προβλημάτισε η επιλογή του εξώφυλλου της πιο πρόσφατης έκδοσης του βιβλίου, το οποίο, κατά την γνώμη μου, είναι παιδιάστικο και αδικεί το περιεχόμενο - πιθανότατα θα έχει αποτρέψει πολλούς ενηλίκους από την αγορά του. Όσοι, ωστόσο, γνωρίζουν το όνομα της Ουκρανής συγγραφέως από την "Γαλλική Σουίτα", τον "Κύριο των Ψυχών" ή την "Έξαψη" της θα το ακολουθήσουν αμέσως. Τα φαινόμενα που απατούν, προσπερνούνται.  Η καλή λογοτεχνία, όχι.







Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία, στιγμιότυπο της Danielle Darrieux που ερμήνευσε τον ρόλο της Αντουανέτ στην κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας το 1931 από τον Wilhelm Thiele. Στην δεύτερη, η συγγραφέας με την μητέρα της  "Funny" (Fanny).

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016










Impromptu 




When from your gems of thought I turn
To those pure orbs, your heart to learn,
I scarce know which to prize most high —
The bright i-dea, or the bright dear-eye. 


Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016







Οι δύο ζωές της






Εκδόθηκε  μόλις το 2014 και θεωρείται ήδη μεγάλο έργο της θρησκευτικής λογοτεχνίας· δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που με έκανε να διαβάσω το "Λάιλα" (σε εξαιρετική, ως συνήθως, μετάφραση Κατερίνας Σχινά - Μεταίχμιο, 2016). Ήταν η  διαπίστωση ότι στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήκουν, επίσης, οι Γκράχαμ Γκριν, Ίβλιν Γουώ, Φρανσουά Μωριάκ. Σίγουρα, σκέφτηκα, η Marilynne Robinson  θα γράφει κάτι περισσότερο από ένα απλό μυθιστόρημα περί θρησκευτικών αναζητήσεων.  Και πράγματι.

Το "Λάιλα" είναι πρώτα απ' όλα, η ιστορία της σχέσης δύο ανθρώπων  που προέρχονται από δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία, ο αιδεσιμότατος Τζον Έημς που έχοντας ζήσει μια ήσυχη και ασφαλή, συμβατική ζωή –όχι χωρίς λάθη κι απώλειες– αποδέχεται ένα δώρο της τύχης και βαδίζει προς την συναισθηματική ολοκλήρωσή του: ερωτεύεται την άγνωστη που μπήκε στην εκκλησία του την ώρα της λειτουργίας για να προστατευτεί από καταιγίδα.

Και από την άλλη, η Λάιλα. Παραπεταμένη από τους γονείς της, ζούσε σε  ένα καταφύγιο αστέγων μέχρι την στιγμή που την έκλεψε –την έσωσε, για την ακρίβεια, από την βαίη συμπεριφορά ναρκομανών και μέθυσων– η Ντολ, μια άστεγη και εξαθλιωμένη γυναίκα με σημαδεμένο πρόσωπο κι έναν φόνο στο ενεργητικό της. Η Ντολ θα αποδειχθεί πραγματική μητέρα για την τετράχρονη Λάιλα και για τα επόμενα είκοσι σχεδόν χρόνια θα την φροντίζει όσο καλύτερα της επιτρέπουν οι συνθήκες. Θα της εξασφαλίσει και την ευκαιρία να πάει σχολείο για μία, όμως, χρονιά· μετά έπρεπε να φύγουν από το σταθερό σπιτικό τους προς αναζήτηση εργασίας. Στην αρχή οι δυο τους, μετά μόνη της, η Λάιλα διασχίζει τις Μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ κάνοντας διάφορες δουλειές – από εργάτρια συγκομιδής μήλων και πατατών στα χωράφια, (αποτυχημένη) πόρνη και καθαρίστρια σε πορνείο, παραδουλεύτρα σε ξενοδοχείο. Ώσπου φτάνει τυχαία στην πόλη Γκίλιαντ και μένει σε ένα ερημωμένο σπίτι.  Σε μια από τις βόλτες της για να βρει δουλειά, την πιάνει καταιγίδα και τρυπώνει στο πρώτο μέρος που βρίσκει για να προστατευτεί - μια εκκλησία. 

Παρόλο που οι ζωές τους είναι τόσο αταίριαστες, ο αιδεσιμότατος  Έημς και η Λάιλα έχουν κοινά σημεία. Το πιο εμφανές είναι ότι έχουν υπάρξει πολύ μοναχικοί, για πολύ καιρό. Από τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του και του μωρού τους, ο αιδεσιμότατος ζει μια επαναλαμβανόμενη, περιχαρακωμένη ρουτίνα – τα πρωινά επισκέπτεται το ποίμνιό του και το απόγευμα διαβάζει και γράφει το κήρυγμα της Κυριακάτικης λειτουργίας. Μόνος φίλος του κι έμπιστος για χρόνια ο, επίσης αιδεσιμότατος, Ρόμπερτ Μπάουτον με τον οποίο τον συνδέει και συγγενική σχέση – ο αιδ.Έημς έχει βαπτίσει τον Τζακ, άσωτο γιο του αιδ. Ρόμπερτ. Στον αντίποδα, οι άγριες εμπειρίες της νομαδικής ζωής  που κουβαλά η Λάιλα έχουν παγιώσει μέσα της την αίσθηση ότι είναι παντού παρείσακτη και γι' αυτό την εγκαταλείπουν. Συμβιώνοντας στον ίδιο χώρο μετά το γάμο τους, ο αιδ. Έημς και η Λάιλα μοιράζονται διάφορες πληροφορίες για το παρελθόν τους – είναι το σημείο όπου η Ρόμπινσον δίνει με αριστοτεχνικό τρόπο την συνειδητοποίηση και των δύο ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις πραγματικά τον άλλο.   



Το μυθιστόρημα είναι ουσιαστικά η ζωή της Λάιλα και μέσα από την αφήγησή της σκιαγραφείται η ζωή των φτωχών  και απόκληρων, όπως είναι και η Ντολ. Των εποχιακών εργατών, επίσης, που την περίοδο του Μεγάλου Κραχ και του Μεσοπολέμου μετακινούνταν σε ομάδες –και υπήρχαν τότε πολλές– πηγαίνοντας οπουδήποτε υπήρχε δουλειά. Ο Ντόουν, ο Μαρέλ, ο Άρθρουρ και η Φλόρενς, ο Ντικ και η μικρή Μέλι – "Άνθρωποι και ποντίκια", φίλοι και αφεντικά της Ντολ και της Λάιλα, διέσχιζαν την χώρα με τα πόδια, ζούσαν όπου έβρισκαν, έτρωγαν ό,τι έβρισκαν κι ό,τι τους έδιναν (πχ, άγρια καρότα, λουλούδια, μήλα, βραστές πατάτες), προσπαθούσαν να μείνουν μακριά από την παρανομία και μοχθούσαν για να προστατεύσουν την μοναδική περιουσία που διέθεταν: την αξιοπρέπειά τους. "Ήταν η ζωή της όλη. Όμως αν είχαν όντως σημασία, πώς μπορούσε ο κόσμος να συνεχίσει να γυρίζει, όταν υπήρχαν τόσοι άνθρωποι που ζούσαν τα ίδια και χειρότερα; Οι φτωχοί ήταν ένα τίποτα, οι κουρασμένοι και οι πεινασμένοι ένα τίποτα. Δεν ήταν παρά άνθρωποι που πάσχιζαν να τα βγάλουν πέρα χωρίς κανένας να τους δείχνει σεβασμό. Ακόμα κι ο άνεμος τους λέρωνε. Δεν είχε σημασία πόσο περήφανοι και σκληροί ήταν, ο άνεμος έκανε τα πρόσωπά τους ν' αυλακώνονται απ' τα δάκρυα. Αυτό ήταν η ύπαρξη, και γιατί δεν μούγκριζε και δεν χτυπιόταν όπως η καταιγίδα, αφού τόσο μεγάλο κομμάτι της είναι ποτισμένο στην πίκρα και στον φόβο;" συλλογίζεται η Λάιλα που βρίσκεται τώρα στο ήσυχο, ζεστό, ασφαλές σπίτι του συζύγου της περιμένοντας το μωρό τους. Ο πάστορας της δίνει αγάπη, φροντίδα κι ελευθερία· η αίσθηση της εσωτερικής μοναξιάς, ωστόσο, δεν την εγκαταλείπει, ούτε κι εκείνη η τάση φυγής. 





Δύο φορές υποψήφια για το Man Booker International Prize (2011 και 2013) και μία από τους 100 πιο επιδραστικούς ανθρώπους για το 2016, σύμφωνα με το Time Magazine, η Μέριλυν Ρόμπινσον έχει εκδώσει, μέχρι στιγμής, μόλις τέσσερα λογοτεχνικά βιβλία με μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Το καθένα από αυτά πολυβραβευμένο ενώ τα τρία τελευταία –"Γκίλιαντ", "Στο σπίτι" και "Λάιλα" – θεωρούνται τριλογία η οποία κατατάσσεται στην κλασική λογοτεχνία της σύγχρονης Αμερικής.  Είναι αξιοθαύμαστο το πως συνδέονται τα βιβλία της Ρόμπινσον μεταξύ τους και πως τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν εμφανίζονται υπό διαφορετική απόσταση και σκοπιά σε κάθε βιβλίο της –  το "Στο σπίτι", το τρίτο βιβλίο της Ρόμπινσον εξιστορεί την ζωή στην πόλη Γκίλιαντ μέσα από την καθημερινότητα της οικογένειας Μπάουτον και είναι το prequel του "Housekeeping" (το πρώτο βιβλίο της Ρόμπινσον). Η τριλογία ανοίγει με το "Γκίλιαντ" που είναι η συλλογή επιστολών που απευθύνει ο αιδ.Έημς στον νεαρό γιο του· και τώρα, στο "Λάιλα", η μητέρα εκείνου του παιδιού με το όνομα του τίτλου, αφηγείται την ιστορία των νομαδικών χρόνων της, πριν συναντήσει τον αιδ. Έημς. Μην σκεφτείτε, όμως, ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη σειρά για να τα διαβάσετε – δεν υπάρχει· το κάθε βιβλίο διαβάζεται ανεξάρτητα.

Η ιστορία της Λάιλα εξελίσσεται με συχνές αναδρομές στο παρελθόν και η επαναφορά στο παρόν είναι τόσο ανεπαίσθητη που πρέπει να διαβάζεις προσεκτικά για να το αντιληφθείς αμέσως. Η σκέψη της Ρόμπινσον παραμένει ευθύβολη και η γραφή της απλή και συναισθηματική – σε μαγνητίζει με τον μειλίχιο τόνο της και αναδίδει την αισθαντικότητα της βιωμένης ζωής και των πρωτόγονων στοιχείων της φύσης. Ομολογώ πως περίμενα μια πιο απαιτητική αφήγηση καθώς το ερώτημα  "Γιατί τα πράγματα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν;" που ταλανίζει την Λάιλα σε όλη την πορεία της είναι ένα ερώτημα που άπτεται της Φιλοσοφίας –ενδεχομένως και της Ψυχολογίας– και, υπό το πρίσμα αυτό, διαθέτει άφθονο υλικό για ένα μυθιστόρημα από εκείνα που σε απορροφούν στον κόσμο τους και σε διαφωτίζουν –έστω και λίγο– για τα θεμελιώδη υπαρξιακά, κοινωνικά και ουμανιστικά ζητήματα που ανακύπτουν. Πολύ περισσότερο δε που τόσο ο αιδ. Έημς όσο και η ίδια η Λάιλα έχουν τα ίδια ζητήματα αμφισβήτησης και πίστης – ακόμη ένα κοινό σημείο τους. Η συγγραφέας, ωστόσο, επιλέγει να παρουσιάσει την αρχέγονη δίψα της Λάιλα για μόρφωση, αποδοχή και ασφάλεια, υλική και συναισθηματική, μέσα από μια παθητική θρησκευτική/προτεσταντική σκοπιά και συνυφαίνει στο κείμενο αρκετά εδάφια και παραβολές από την Βίβλο (βιβλίο του Ιεζεκιήλ, Ιώβ, κ.α.) περισσότερο ως επιβεβαίωση παρά ως απάντηση στις απορίες της για την ανθρώπινη εμπειρία. Τα "πιστεύω" του Καλβινισμού δε, που παρουσιάζονται ως η βασική πίστη του αιδεσιμότατου Έημς, καταφέρνουν να καταστείλουν, να κατευνάσουν αν θέλετε, μέχρι ενός σημείου την αγωνία της γυναίκας για το παρόν και το μέλλον.

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει δύο ενδιαφέροντα κείμενα που συνομιλούν με τη "Λάιλα". Το πρώτο είναι η συζήτηση ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και την συγγραφέα. Το δεύτερο, ένα επίμετρο όπου ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, με την δική του φιλοσοφική/αλτρουϊστική ανάγνωση, διαφωτίζει την σκέψη της Ρόμπινσον  η οποία, εντέλει, καταθέτει σε τούτο το στιβαρό μυθιστόρημα τις ιδανικές συνθήκες συμβίωσης ενός ζευγαριού. Μπορούν να αναχθούν και σε κοινωνικό επίπεδο όπως, επίσης, να είναι η απάντηση στον γενικότερο προβληματισμό της συγγραφέως για την απουσία πνεύματος και το σκόρπισμα του εσωτερικού εαυτού: σκεπτικισμός, ενσυναίσθηση, αποδοχή και σεβασμός στην ταυτότητα της διαφορετικής πραγματικότητας – από κοινού.








Σημειώσεις: Η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Emmet Gowin - ένα από τα πολλά πορτραίτα της γυναίκας του Edith. Το "Paradise #11 - The Dust of Souls" ανήκει στην συλλογή που φιλοτέχνησε ο Salvador Dali για την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016









Tsundoku*




 the soul reaching towards infinity 









* the condition of acquiring reading materials but letting them pile up in one's home without reading them. Also used to refer to books ready for reading later when they are on a bookshelf.

** I've just realised that the very similar piles I've got at home have grown taller – how on earth did that happen?