Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017







"Καλησπέρα σας,

κύριε Σεφέρη"


 



– Ποιά συμβουλή θα μας δίνατε λίγο πριν αποχαιρετιστούμε;
   Γ.Σ.: Δεν μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ. Ναι, δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσουν τα χρόνια που έρχονται και στο καλό και στο κακό. Ας περιοριστούμε λοιπόν, στα υλικά της μέρας. Θα έχουμε όλο τον καιρό όταν έρθουν, για τις μελλούμενες στεναχώριες και τις μελλούμενες χαρές, αφού λογικά και αυτές δεν πρέπει να αποκλειστούν. 
  Σ' αυτή τη δική μας ζωή, την αναφαίρετη και τη μοναδική, αφού κανένας άλλος δεν την έχει, που δίνει το χυμό στα έργα μας και τα κάνει όμοια μ' εμάς, πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε το θαύμα.

 
– Και που μπορεί να βρίσκεται το θαύμα;
   Γ.Σ.: Το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου. Θα πώ τα λόγια που είπα στη Σουηδική Ακαδημία:
  Σ' αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
  Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε  τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: "Ο άνθρωπος".
 Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε.
  Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.


*


Το απόσπασμα προέρχεται από το "Καλησπέρα σας, κύριε Σεφέρη" (Ποταμός, 2016) – μία φανταστική συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη από την δημοσιογράφο Μαρία Χούκλη η οποία, με προσεκτικά επιλεγμένες ερωτήσεις κατευθύνει τον νομπελίστα ποιητή  σε μια συζήτηση που ξεκινά από την γενέθλια γη, τα Βουρλά της Σμύρνης και καταλήγει στην Αθήνα του σήμερα· περιλαμβάνει δε λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του αλλά και την προσωπική του οπτική για τις ιστορικές συγκυρίες που έζησε ως διπλωμάτης στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, την Βηρυτό, την Πρετόρια, τα Ιεροσόλυμα, την Αθήνα, την Αίγινα. Οι στιγμές που εξομολογείται ο ποιητής είναι πολλές και πολυδιάστατες καθώς μαζί την ιδιωτική και την επαγγελματική ζωή του ενυπάρχουν και η ποίηση, η ζωγραφική, η γλώσσα και η γραφή, η Τέχνη. Ο Ηράκλειτος, ο Καβάφης, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Έλιοτ αναφέρονται, επίσης, σε τούτη την συνομιλία που ουσιαστικά είναι ένα οδοιπορικό του Γεωργίου Σεφέρη στον χρόνο και την Ιστορία.

Στον πρόλογο της έκδοσης η συγγραφέας εξομολογείται την σχέση της με την λογοτεχνία του Σεφέρη όπως και το σκεπτικό της συγγραφής του βιβλίου το οποίο, αν και πρωτόλειο, προκαλεί αβίαστο ενδιαφέρονεκτός από την προσωπικότητα του Σεφέρη, διαθέτει πρωτοτυπία, προσεγμένη γραφή και μια σφιχτοδεμένη γλαφυρή αφήγηση που καταφέρνει να φωτίσει τον άνθρωπο πίσω από τον ποιητή. Θα μπορούσε γι' αυτό να είναι μία εξαιρετική εισαγωγή στο έργο του Σεφέρη για όσους θα γνωρίσουν τον έλληνα ποιητή για πρώτη φορά· ή, μία επίσης θαυμάσια αφορμή για τους υπόλοιπους να τον ξαναδιαβάσουν.

 





Σημείωση: Μία από τις λεπτομέρειες που ο Σεφέρης αφηγείται στην δημοσιογράφο-συγγραφέα είναι το ιστορικό της μελοποίησης της "Άρνησης" όπου ο στίχος "πήραμε τη ζωή μας λάθος" αλλοιώνεται ανεπανόρθωτα παρά τις ενστάσεις του. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να διαβάζει το ποίημα με τον σωστό τονισμό του
εδώ. / Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017










Το ασχημόπαπο

που δεν έγινε κύκνος





Νόμιζα ότι θα ήταν ακόμη μία διασκευή ενός κλασικού παραμυθιού αλλά το "Ιζαντόρα Ντακ" (Καλειδοσκόπιο, 2016) είναι μία ιδαίτερη περίπτωση. Η Στέλλα Μιχαηλίδου μεταγράφει το κλασικό παραμύθι του Χ. Κ. Άντερσερν "Το Ασχημόπαπο" ενσωματώνoντας παράλληλα την βιογραφία της αμερικανίδας ιέρειας του μοντέρνου χορού Ισιδώρας Ντάνκαν για να μιλήσει με άμεσο τρόπο για την βασική ανάγκη του ανήκειν που έχουν τα παιδιά, και την αποδοχή του διαφορετικού.

Η ιστορία έχει ως εξής: σε μια αποικία κύκνων, ένα μικρό παπάκι υποφέρει από την συμπεριφορά των συνομηλίκων του. Στο μάθημα μπαλέτου που συμμετέχει η μικρή πάπια Ιζαντόρα, είναι η μόνη που ξεχωρίζει με την άχαρη μορφή της. Δεν έχει επίσης καθόλου καλή φωνή και όσες προσπάθειες και να καταβάλει δεν γίνεται  καλλίφωνη· ούτε το κορμί της ψηλό, ευλύγιστο κι ολόλευκο, με λεπτό και μακρύ λαιμό, όπως των άλλων. Γι' αυτό και όλοι την κοροϊδεύουν - από τον κύριο Κουντεπιέ, δάσκαλο του μπαλέτου, μέχρι την δασκάλα του σχολείου που την προτρέπει να εγκαταλείψει τον χορό και να ασχοληθεί με κάτι άλλο.  Η Ιζαντόρα, όμως, αγαπάει τον χορό  τόσο πολύ που όταν την  αναγκάζουν  να σταματήσει τα μαθήματα, εκείνη συνεχίζει να πηγαίνει - κάθεται σε μία γωνιά αμίλητη και ζωγραφίζει τους χορευτές και τις κινήσεις τους.  Αργότερα επιστρέφει στο δωμάτιό της και προσπαθεί να επαναλάβει ό,τι είχε παρακολουθήσει. Όταν κάποια στιγμή οι πρόβες γίνονται επώδυνες, η μικρή πάπια αποφασίζει να σταματήσει τις ασκήσεις στα κρυφά και αρκείται μόνο να τις σχεδιάζει. Μία μέρα ένας από τους συμμαθητές της ανακαλύπτει τυχαία τα σχέδιά της και θυμώνει τόσο πολύ που τις βάζει τις φωνές. Το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιποι στην τάξη ενώ ο κύριος Κουντεπιέ δεν κάνει απολύτως τίποτα για να την υπερασπιστεί. Η Ιζαντόρα φεύγει αποκαρδιωμένη μέσα στην νύχτα, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Ξέρει όμως ότι δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει.



Εκτός από το “Ασχημόπαπο”, η Στέλλα Μιχαηλίδου εμπνέεται κι από άλλα κλασικά παραμύθια – η ίδια αναφέρει στην αρχική σελίδα του βιβλίου "Το Αηδόνι του Αυτοκράτορα", επίσης του Χ.Κ. Άντερσεν, και τον "Γλάρο Ιωνάθαν Λίβινγκστον" του Ρ. Μπαχ τα οποία χρησιμοποιεί για να εμπλουτίσει την αφήγηση με χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν, μεταξύ άλλων, τις έννοιες της ελευθερίας αλλά και της γοητείας του ψεύτικου και άφθαρτου. Η συγγραφέας συνδυάζει τα στοιχεία της αρμονικά και με καλά δομημένο τρόπο και ως εκπαιδευτικός γνωρίζει πώς να γίνεται ενθαρρυντική παρόλη τη δυσκολία του θέματος. Η αφήγησή της είναι στοχαστική κι απευθύνεται στα παιδιά με ώριμο τρόπο – δεν αποφεύγει  τις δυσάρεστες συμπεριφορές, δεν υπερβάλλει στα συναισθήματα ούτε τα μηρυκάζει. Για παράδειγμα, οι προσβολές της Χόιτυ Τόιτυ, του κυρίου Κουντεπιέ και των συμμαθητών της πάπιας Ιζαντόρα δίνονται με ρεαλιστικούς διαλόγους· τα στιχάκια που παρεμβάλλονται απαλύνουν ελαφρώς τον εκφοβισμό που υφίσταται η μικρή πάπια και η μοναξιά της παρουσιάζεται ως χρόνος περισυλλογής.  Με τον ίδιο ευθύβολο τρόπο δίνεται και η μεταστροφή των κύκνων όταν διαπιστώνουν ότι έκαναν λάθος στην εκτίμησή τους και ζητούν συγγνώμη για την συμπεριφορά τους απέναντί της. Η γλώσσα του κειμένου διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο που περιγράφει με ακρίβεια την πλοκή σε κάθε στάδιο της ιστορίας δημιουργώντας έτσι το κατάλληλο περιβάλλον για ανάπτυξη σκέψεων κι αντιδράσεων –  η περιπέτεια της Ιζαντόρα Ντακ είναι μία ιστορία με την οποία οι μικροί αναγνώστες μπορούν άνετα να ταυτιστούν καθώς αρκετά συχνά τα παιδιά νιώθουν ανεπαρκή και ανασφαλή, ακόμη κι όταν το περιβάλλον τους  δεν είναι ανταγωνιστικό.

H εικονογράφηση του βιβλίου από τον
Απόστολο Βέττα είναι εκφραστική και διακρίνεται για τους εξπρεσσιονιστικούς τόνους της. Χρώματα και γραμμές δίνουν έμφαση στην σωματική κίνηση και την ένταση των συναισθημάτων, της μοναχικής προσπάθειας αλλά και της εύθυμης διάθεσης που κυριαρχεί στο παραμύθι όταν η πολύμηνη περιπλάνηση της πάπιας Ιζαντόρα λήγει – θα βρεθεί ανάμεσα σε άλλες πάπιες και πουλιά που δεν δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην “παπίστικη” μορφή της. Στην μεγάλη γιορτή που διοργανώνει η ηλικιωμένη κυρία Παπώφ, η Ιζαντόρα Ντακ θα χορέψει τον πρωτότυπο χορό της και θα τους ενθουσιάσει όλους. "Χορεύω αυτό που είμαι" έλεγε η διάσημη Isadora Duncan κι αυτό όρισε την φιλοσοφία του μοντέρνου χορού – χορεύοντας ξυπόλυτη για πρώτη φορά στην ιστορία του Χορού, η Ισιδώρα Ντάνκαν νοηματοδότησε τα πόδια ως σημείο επαφής με, κι όχι φυγής από, την γη που είναι γεμάτη ζωή. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνεται ένα δισέλιδο βιογραφικό της αμερικανίδας χορεύτριας, αρκετά ενδιαφέρον και κατατοπιστικό ώστε τα παιδιά να μάθουν για το στίγμα της στον χρόνο και την ιστορία του χορού.


Το αδέξιο ασχημόπαπο Ιζαντόρα δεν έγινε τελικά κύκνος. Έγινε μία δημοφιλής πάπια-χορεύτρια με όμορφες μπλε φτερούγες και μια εντυπωσιακή ικανότητα αυτο-έκφρασης κι αυτό καθιστά το παραμύθι ετούτο παιδαγωγικά εύστοχο  – ενώ στο παραμύθι του Άντερσεν, η Φύση δίνει μια όμορφη εμφάνιση η οποία διορθώνει την αδικία, εδώ η Μιχαηλίδου εστιάζει σε κάτι  πιο σημαντικό: είναι η ανάγκη έκφρασης, η προσωπική προσπάθεια, η επιμονή και η αποδοχή του εαυτού που ορίζουν το διαφορετικό και το όμορφο· και το καινοτόμο –  ουσιώδη στοιχεία για να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο οι μικροί αναγνώστες.









Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία, η Misty Copeland – "ένα μαύρο ασχημόπαπο"  που πέρασε πολλές δυσκολίες και σήμερα είναι η πρώτη Αφροαμερικανίδα που καταλαμβάνει την θέση της Κορυφαίας του American Ballet Theatre στα 75 χρόνια της λειτουργίας του. Το σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου. Στο τέλος, βλέπετε φωτογραφία της Ισιδώρας Ντάνκαν σε χαρακτηριστική πόζα του χορού της. // Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο η-περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες ο αναγνώστης στις 01.03.17.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017









Σε ορισμένους τόπους




"... ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακροκεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλι, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί..."









Σημείωση: Το εικαστικό είναι το "Στέγες και Χαρταετοί" του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Το κείμενο από την συλλογή "Οκτάνα" (Ίκαρος, 1997) του Ανδρέα Εμπειρίκου κι έχει τίτλο «Οι χαρταετοί». Διαβάστε ολόκληρο το ποίημα κι ακούστε την ανάγνωσή του από τον ποιητή εδώ

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017









Dressing for

the Masquerade





Gaston Leroux: "... οι ζωές μας είναι ένας χορός μεταμφιεσμένων"
Nathaniel Hawthorne: "Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύν καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο, χωρίς να μπερδευτεί τελικά για το ποιο από τα δυο είναι το αληθινό."







Σημείωση: Το εικαστικό –ομότιτλο με την ανάρτηση– ανήκει στον βρετανό σκιτσογράφο Thomas Rowlandson διάσημο για τις καρικατούρες του.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017












Η άλλη όψη του λόγου




Αστικό υπαρξιακό θρίλερ σε τέσσερα επεισόδια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το διπλά βραβευμένο "Νυχτερινό Ρεύμα" (Πόλις, 2015) – μία συλλογή τεσσάρων εκτενών διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη που εκτυλίσσονται στον αστικό και περιαστικό ιστό της Αθήνας και διαθέτουν ιδιαίτερη χροιά.

Στο πρώτο διήγημα, ο αφηγητής είναι ένας μυστικός πράκτορας της αντιτρομοκρατικής που έχει αναλάβει την παρακολούθηση ενός αναρχικού στα Εξάρχεια. Οι μέρες και οι μήνες περνούν μα τίποτα σημαντικό δεν προκύπτει για την ενοχοποίηση του κατά λάθος αναρχικού "Άβερελ", όπως είναι και ο τίτλος του διηγήματος. Αντίθετα, όλη τούτη η αναμονή οδηγεί τον αφηγητή σε μία αναλυτική ανασκόπηση της ζωής του –δουλειά, σχέσεις, φίλοι, οικογένεια–  με όχι-ευχάριστο συμπέρασμα.

Στο "Θα το κρατήσω", μία νεαρή άνεργη Θεσσαλονικιά, που μόλις έχει εκδόσει το πρώτο της βιβλίο, συλλέγει υλικό για το επόμενο – σε ένα μπαρ στη Σόλωνος παίρνει συνέντευξη από τον κύριο Ασημάκη ο οποίος της διηγείται την εξωσυζυγική του ζωή. Στα διαλείμματα της συνομιλίας τους, και μέσα από ανάλαφρα σατυρικά σχόλια, σκιαγραφείται και η δική της ζωή.

Ένας "Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα" θα γίνει η αφορμή για να βρεθούν δύο φίλοι – ο αφηγητής, απωλημένος τριανταπεντάχρονος κριτικός κινηματογράφου και ο Ισίδωρος, ευφυέστατος νεαρός που, λόγω συνθηκών, γίνεται ένας πολυμαθής ανθοπώλης, από τους καλύτερους του επαγγέλματος. Οι δύο φίλοι ανεβαίνουν στην καμμένη Πάρνηθα  για να θάψουν το σκυλί που έχει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του ο Ισίδωρος. Η διαδρομή έχει κάτι από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της πόλης – είναι η νύχτα που ο "Απόλλων" και το "Αττικόν" καίγονται (τέτοιες περίπου ημέρες –12.02– το 2012). Ο τρόπος που ο αφηγητής ακολουθεί τον φίλο του μέσα στη νύχτα 
χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει είναι που αιτιολογεί τον όρο "θρίλερ" που γράφω πιο πάνω –  η πορεία του Ισίδωρου μέχρι να ανακαλύψει τα όρια του εαυτού του σε συνάρτηση με την πραγματικότητα γίνεται μέσα από θεωρίες παραψυχολογίας και μυστικιστική συμπεριφορά

Στο "Νυχτερινό ρεύμα" ένας πενηντάχρονος άνεργος επισκέπτεται την ηλικιωμένη μητέρα του στο διαμέρισμά της στην Κυψέλη για να πάρει εκατό ευρώ, ποσό πολύ αναγκαίο (sic) για την οικογένειά του. Το διήγημα περιγράφει την επίσκεψη από την στιγμή που ο αφηγητής θα μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι την στιγμή που θα επιστρέψουν και οι δύο από το μηχάνημα ανάληψης της γειτονικής τράπεζας. Όλη η διαδρομή είναι μία ανάλυση της νέας σχέσης εξάρτησης και συμβίωσης που αναδύθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. 



Δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός, δόκιμος μεταφραστής και συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με την θεατρική γραφή αλλά και με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ο  Κατσουλάρης χειρίζεται με επιδεξιότητα την γλώσσα. Αναδεικνύει τόσο την ανθρωπογεωγραφία της πόλης όσο και το γεωλογικό παρελθόν της. Γραμμένα μεταξύ 2010 και 2015, τα διηγήματα μεταφέρουν τον αναγνώστη από τις πυρκαγιές που προηγήθηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα κι έκαψαν και την Πάρνηθα, στα ήδη καμμένα Εξάρχεια, στη συνέχεια στην πυρπόληση του κέντρου τον Φεβρουάριο του 2012, και μετά στην Κυψέλη της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται στην κρίση. Η κρίση είναι ο καμβάς όπου θα χαρτογραφηθούν οι ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών του. Όλοι τους –άλλοτε με ψυχραιμία και άλλοτε με περιέργεια κι ενδιαφέρον, κάποιες φορές ίσως με κούραση– προσπαθούν να κατανοήσουν  αυτό που τους συμβαίνει και να ανταπεξέλθουν με κάποιον τρόπο.

Διαβάζοντας τα διήγηματα περίμενα κάτι δυνατό και συναρπαστικό – έτσι γίνεται συνήθως. Την ρουτίνα σπα κάτι ισχυρό. Δεν υπάρχει όμως τίποτα το εξεζητημένο στην πλοκή των τεσσάρων κειμένων. Ούτε καν μία διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος όπως μοιάζει να προδιαθέτει ο τίτλος της συλλογής και η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ζημίες ή παρεξηγήσεις κι έκτροπα – ο τίτλος της συλλογής προφανώς αναφέρεται στο νυχτερινό ρεύμα που χρησιμοποιεί η μητέρα του αφηγητή του τέταρτου διηγήματος για να κάνει τις δουλειές της. Η αφήγηση ρέει με την ίδια φυσικότητα που συνομιλείς με κάποιον γνωστό σου – ήπια προφορικότητα, γλωσσικά ιδιώματα αντίστοιχα των ατόμων και καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες. Διαβάζεις και κάποια στιγμή αρχίζεις να νιώθεις άβολα· είναι η στιγμή που το κοινότυπο και το καθημερινό παίρνει μια άβολη τροπή.  Κι επειδή ο συγγραφέας δεν δίνει κάποια λύση ή εξήγηση παρά μόνο ένα ανοιχτό τέλος σε κάθε διήγημα, η αγωνία εντείνεται.

Το απλό ύφος ωστόσο δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση κι αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα κείμενα της συλλογής. Τα θέματα που συνυφαίνονται στα διηγήματα είναι πολλά, το ίδιο και οι συνδηλώσεις τους – η παρουσία ενός Άλλου που προσδιορίζει την παρουσία του αφηγητή, η διάψευση των επιθυμιών, η νεότητα και το άχθος της, η ερωτική αντεκδίκηση από εκείνον που υποτιμάται, η συνέπεια και η ασυνέπεια λόγου-πράξης, η οικολογική καταστροφή και οι διάφορες περιβαλλοντικές ευαισθησίες, το καλό απέναντι στο κακό. Κι όλα αυτά μέσα στα όρια που θέτει η οικογένεια – δεσμοί, ωραιοποιήσεις, παραποιήσεις, συγκαλύψεις, εγκαταλείψεις· υφέρποντα ψυχικά, κοινωνικά, οικονομικά ρεύματα που παρασύρουν τους πρωταγωνιστές και τα οποία ο συγγραφέας χειρίζεται  με άρτια τεχνική. Μικρή ένσταση: οι νεότεροι των 40χρ. αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν την ειρωνική –και τόσο εύστοχη– σχέση μεταξύ Άβελ και Αβερέλ.  


Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν συνεχώς ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας, από την άποψη του γλωσσικού ύφους τουλάχιστον, σημειώνεται αρκετή πρόοδος. Από τη μια πλευρά, αντισυμβατικές και ιδιοσυγκρασιακές, πληθωρικές, ποιητικές, πρωτότυπες γραφές· κι από την άλλη, λιγότερο ιδιόρρυθμες, συμβατικές, όπως εδώ του Κατσουλάρη, δημιουργούν ένα τοπίο που δείχνει να εξελίσσεται.  Εκείνο που δεν είναι εξίσου έκδηλο, ωστόσο, είναι η ειδική θερμοκρασία του κειμένου - ο τόνος με τον οποίο σου απευθύνεται και σε αναγκάζει να συμμετέχεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που διακρίνω στα διηγήματα του Κώστα Κατσουλάρη - μία ιδιαίτερης αμεσότητας συνομιλία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη η οποία, χωρίς να είναι βερμπαλιστική ή επιτηδευμένη, αιχμαλωτίζει με ενάργεια τις ταυτόχρονες εσωτερικές συγκρούσεις  του ανθρώπου σήμερα.









Σημειώσεις: Το βιβλίο απέσπασε το πρώτο βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού "ο αναγνώστης" στην κατηγορία του Διηγήματος για το 2016 και, την ίδια χρονιά, το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. // Οι έγχρωμες εικόνες είναι λεπτομέρειες από την φωτογραφία με τίτλο "Squash" του Πάνου Κοκκινιά που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι από τον κατάλογο της έκθεσης  "La France d' Avedon: Vieux Monde, New Look" που τρέχει αυτή τη στιγμή στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017






Άτιτλο



Τα μαύρα τετράγωνα.
Η επιθυμία να σχεδιάσεις ένα πρόσωπο πάνω σ' ένα κομμάτι εφημερίδας.

Οι σκιές μιας εικόνας.
Ο στοχασμό από το γκρίζο.
Ο νυχτερινός Απόλλωνας.
Ο τεχνίτης της οδού ντέι Κορονάρι.
Η υπόθεση μιας ανολοκλήρωτης εργασίας.
Ο σκοπός μιας ανολοκλήρωτης εργασίας.
Η πολυεδρική κιθάρα.
Η συμμετρική αρχιτεκτονική του απογεύματος.
Τα θραύσματα από τα μπαρόκ αγάλματα.
Η σκιά του τρένου.









Και τελικά, το να βλέπεις ξεκάθαρα...


Γιάννης Κουνέλλης









Σημείωση: Τα λόγια του Γ.Κ. είναι από το βιβλίο "Λιμναία Οδύσσεια / Κείμενα και Συνεντεύξεις 1966-1989" (Άγρα - Γκαλερί Bernier, 1991). Στην φωτογραφία, η Ρόμυ Σνάιντερ και ο Andrzej Żuławski στα γυρίσματα της ταινίας "L'important c'est d'aimer". (αντλήθηκε από εδώ).

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017









  Μία όψη του λόγου




Ψάχνοντας τα ράφια του σπιτιού αλλά και διάφορες προθήκες –ηλεκτρονικές και βιβλιοπωλείου–  για το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω, βρήκα το ολιγοσέλιδο "Το Ξημέρωμα είναι Σφαγή κύριε Κρακ" (Εκάτη, 2013 - 2η έκδοση).  Οι διάφορες κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις το ορίζουν ως ποίηση. Πρόκειται όμως για μια συλλογή πεζογραφημάτων – δεκαεπτά διηγήματα  όπου ο  Θωμάς Τσαλαπάτης  σκιαγραφεί με ακρίβεια έναν ιδιόρρυθμο άνθρωπο, τον κύριο Κρακ.

Το βιβλίο είναι πολύσημο, με πολυάριθμους συμβολισμούς, έντονες έως βίαιες καταστάσεις αλλά και μπεκετική αμηχανία και σιωπή. Το πρωτότυπο, ωστόσο, έγκειται στην γραφή του Τσαλαπάτη η οποία έχει την ορμή και την υφή της ποίησης και αντλεί από το θέατρο του παραλόγου. Τα κείμενα της συλλογής –ανάμεσά τους και δύο ποιήματα– είναι σουρεαλιστικά καθώς αψηφούν την λογική απεικόνιση των πραγμάτων και γι' αυτό θα μπορούσαν να θεωρηθούν και σατυρικά. Είναι, όμως, κείμενα βαθιά υπαρξιακά καθώς η αλληλουχία των προτάσεων και των εικόνων αποδίδουν με εύγλωττο τρόπο την εσωτερική απομόνωση του ανθρώπου – ο φόβος, η παραίτηση και η σύγχυση που αυτά επιφέρουν παίρνουν την μορφή μίας νεκρής κεφαλής Μαορί· η εσωστρέφεια, η ντροπαλοσύνη και η αντικοινωνική συμπεριφορά που προκύπτει από αυτά τα δύο συναισθήματα κρύβονται πίσω από ένα κάδρο που κρέμεται από ένα καρφί που φύτρωσε στο μέτωπο ενός άντρα· η ανάγκη για επικοινωνία εκφράζεται σε ένα κουτί που τυλίγεται για δώρο και αποστέλλει ταχυδρομικώς στον ίδιο του τον εαυτό ο κύριος Κρακ.
 
Διπλά βραβευμένος –το 2012 με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα και την επόμενη χρονιά, από κοινού με τον Θωμά Ιωάννου, με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού "ο αναγνώστης"–, ο πρωτόλειος κύριος Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη βιώνει την ανθρώπινη συνθήκη με κωμικοδραματική έως εστέτ αποστασιοποίηση σε έναν κόσμο που μοιάζει αμετάβλητα ξένος προς αυτόν. Και παρά την αντιφατική διάθεση και το αδιέξοδο που προβάλλουν, τα σύντομα πεζογραφήματα τού "Το Ξημέρωμα είναι Σφαγή κύριε Κρακ" συνιστούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα λογοτεχνικής αφήγησης. 








Σημείωση: Το εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Separation" (1896) του Edvard Munch.